ἔκρυθμος

ἔκρυθμος, ον,
A out of tune, S.E.M.11.186, Philostr.VA8.7.
II of the pulse, irregular, Gal.8.516.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκρυθμος — out of tune masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκρυθμος — η, ο (Α ἔκρυθμος, ον) ο εκτός ρυθμού, ο άρρυθμος νεοελλ. διαταραγμένος («έκρυθμη κατάσταση») αρχ. 1. άρρυθμος, χωρίς ρυθμό («ἡ μουσικὴ επιστήμη τίς ἐστιν ἐνρύθμων τε καὶ ἐκρύθμων», Σέξτ. Εμπ.) 2. (για σφυγμό) ανώμαλος (επίρρ., εκρύθμως και… …   Dictionary of Greek

  • έκρυθμος — η, ο επίρρ. α που βρίσκεται έξω από τον κανονικό ρυθμό, ανώμαλος, ταραγμένος: Η κατάσταση έγινε έκρυθμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκρύθμοις — ἔκρυθμος out of tune masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκρύθμους — ἔκρυθμος out of tune masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκρύθμων — ἔκρυθμος out of tune masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκρυθμοι — ἔκρυθμος out of tune masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανώμαλος — η, ο (Α ἀνώμαλος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ομαλός, ο ακανόνιστος, ανομοιόμορφος 2. (για έδαφος) τραχύς, όχι επίπεδος 3. (για καταστάσεις) τραχώδης, έκρυθμος 4. (Γραμμ.) γραμματικός τύπος, όνομα ή ρήμα, που δεν σχηματίζεται κατά τους γενικούς… …   Dictionary of Greek

  • χαώδης — ες / χαώδης, ῶδες, ΝΜ [χάος] όμοιος με χάος νεοελλ. (ιδίως για κατάσταση) αυτός που εμφανίζει χάος, αυτός στον οποίο επικρατεί απόλυτη σύγχυση και αταξία, έκρυθμος, ανώμαλος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.